WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| parachute n | (fabric safety apparatus) | αλεξίπτωτο ουσ ουδ |
| | For a horrible moment, I thought my parachute wasn't going to work. |
| | Για μια τρομακτική στιγμή νόμισα ότι το αλεξίπτωτό μου δε θα άνοιγε. |
| parachute⇒ vi | (land by parachute) | πέφτω με αλεξίπτωτο περίφρ |
| | Rescuers parachuted to the site to help the trapped victims. |
| | Οι διασώστες έπεσαν με αλεξίπτωτο στην περιοχή για να βοηθήσουν τα παγιδευμένα θύματα. |
| parachute [sth] to [sb] vtr + prep | (drop by parachute) (κάτι σε κάποιον) | ρίχνω με αλεξίπτωτο περίφρ |
| | | ρίχνομαι με αλεξίπτωτο περίφρ |
| | Supplies were parachuted to the climbers last night. |
| | Προμήθειες ρίχτηκαν με αλεξίπτωτο στους αναρριχητές χτες τη νύχτα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| chute n | (shaft, channel) | αγωγός ουσ αρσ |
| | | ολισθητήρας ουσ αρσ |
| | | οχετός ουσ αρσ |
| | (ζαργκόν) | γλίστρα, τσουλήθρα ουσ θηλ |
| | The grain travels down this chute and into the trailer. |
| | Τα σιτηρά ταξιδεύουν προς τα κάτω με αυτόν τον αγωγό και πηγαίνουν μέσα στην νταλίκα. |
| chute n | (waterfall) | καταρράκτης ουσ αρσ |
| | The chute was frozen solid in the winter. |
| chute n | informal, abbreviation (parachute) | αλεξίπτωτο ουσ ουδ |
| | His main chute didn't open – luckily the backup one worked. |
| | Το κύριο αλεξίπτωτό του δεν άνοιξε. Ευτυχώς το εφεδρικό ήταν εντάξει. |
| chute n | (steep slope) | απότομη πλαγιά επίθ + ουσ θηλ |
| | Several large boulders suddenly came tumbling down the chute. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Phrasal verbs parachute | chute |
| parachute in vi phrasal | (arrive by parachute) | πέφτω με αλεξίπτωτο, φτάνω με αλεξίπτωτο έκφρ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: